Café del Alma

Φωτογραφία άρθρου
· Φωτοφιλοσοφικά // Δημοσίευση: 20 Ιουν 2013

με μαύρη ζάχαρη παρακαλώ...

Η φράση «βρέχει καρεκλοπόδαρα» ήταν μάλλον λίγη για να περιγράψεις αυτό που αντίκρισες μόλις βγήκες απ’ το σπίτι. Η πυκνότητα της βροχής ήταν τέτοια που αδυνατούσες να δεις καθαρά, μόλις λίγα μέτρα μακριά. Σα να μεσολαβούσε ένα διαστρεβλωτικό φίλτρο μεταξύ των ματιών σου και του κόσμου. Τέντωσες το χέρι σου σχεδόν μηχανικά και ένα ταξί ακινητοποιήθηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Μαγεία! Διέσχισες με κόπο το δρόμο και τρύπωσες μέσα.

«Που πάμε;» ακούστηκε η φωνή του οδηγού.
«Κέντρο. Αφήστε με όπου σας βολέψει.».
Είπες να βγεις μόνος απόψε. Το είχες υποσχεθεί από καιρό στον εαυτό σου και σήμερα ήρθε η στιγμή να το κάνεις. Ούτε η πλημμύρα στάθηκε ικανή να σε σταματήσει.
«Πνιγήκαμε!» ξαναείπε ο οδηγός.
Χαμογέλασες καταφατικά, αλλά μιλιά δεν έβγαλες. Είπαμε, μόνος.

Η διαδρομή ήταν ενδιαφέρουσα από πολλές απόψεις. Σαν ένα ταξίδι στο παρελθόν ή το μέλλον, σαν το ταξίδι που έκανε ο ήρωας του Στάνλευ Κιούμπρικ, ο Ντέιβ, όταν επέστρεφε με το σκάφος του στη Μήτρα. Πινελιές από χρώματα να εναλλάσσονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ήχοι να φτάνουν και να απομακρύνονται ξανά, φευγαλέες εικόνες που έτειναν να γίνουν κάτι, χωρίς τελικά να ξεπερνούν την ανεικονική τους φύση. Όλα έμοιαζαν να είναι όπως πρέπει, ρευστά.

«Αφήστε με εδώ» είπες και ετοίμασες το αντίτιμο. Ο ήχος της πόρτας που κλείνει ήρθε κι έδεσε με τον ήχο του νερού που έδερνε λυσσαλέα το οδόστρωμα. Μια από τις πινελιές ξέφυγε απ’ τον ανεικονικό κόσμο και ήρθε να επισκεφτεί την πραγματικότητα. Café del Alma. Φωτεινά κόκκινα γράμματα που έλαμπαν πάνω από τη μεταλλική πόρτα. Μπήκες μέσα και τινάζοντας με δισταγμό το παλτό σου, κοίταξες ερευνητικά το χώρο. Κόκκινο χρώμα παντού, όχι πολύ έντονο λόγω του κρυφού φωτισμού, που όμως μετέτρεπε το χώρο σε καθαρτήριο από κάθε αμαρτία. Είχες στο μυαλό σου κάποιες τυποποιημένες απόψεις για χώρους που κυριαρχεί το κόκκινο, αλλά στον συγκεκριμένο μυσταγωγικό χώρο καμιά τους δεν φαινόταν να ταιριάζει. Στα λιγοστά διάσπαρτα τραπεζάκια υπήρχαν μερικοί θαμώνες, που μάλλον κι αυτοί θέλησαν να προφυλαχτούν από την καταιγίδα.
Κρέμασες το βρεγμένο παλτό σου και κάθισες σε μια γωνιά. Ξαφνικά, αντιλήφθηκες μια ύπαρξη δίπλα και λίγο πίσω σου. Ένας λεπτός νέος άντρας, με λευκά γάντια και μια πετσέτα κρεμασμένη στο μπράτσο, στεκόταν και σε κοίταζε με βλέμμα γεμάτο πλαστική ευγένεια.

«Τι θα πάρετε;»
«Έναν εσπρέσο τετραπλό παρακαλώ». Έξω έβρεχε νερό. Μέσα ας βρέξει καφεΐνη. Συνηθισμένα τα βουνά.
«Α! Και μαύρη ζάχαρη αν δεν σας κάνει κόπο!» είπες βιαστικά, αλλά ο νεαρός είχε ήδη χαθεί.

Προσπάθησες να χαλαρώσεις και να συγχρονιστείς με το χώρο. Ακόμα και ο πιο φτωχός χώρος άλλωστε, έχει να σου δώσει πολλά, αρκεί να φροντίσεις να βρεις ένα κοινό με σένα σημείο αναφοράς. Άρχισες λοιπόν να κοιτάς αριστερά και δεξιά με μια ερευνητική, σχεδόν κουτσομπολίστικη διάθεση, παρατηρώντας τους θαμώνες και προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσεις εικόνες και ψίθυρους. Κάτι δεν πήγαινε καλά, ωστόσο. Αν και θα περίμενες να δεις ανθρώπους που να μοιάζουν, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε χώρο με συγκεκριμένο ύφος, εδώ οι θαμώνες ήταν σαν να τοποθετήθηκαν επί τούτου, από κάποιο παράφρονα νου που βάλθηκε να ταιριάξει τα αταίριαστα.

Δεξιά σου, μόλις δυο-τρία βήματα μακριά, καθόταν ένας μεσήλικας κύριος, με καρό παλιομοδίτικο σακάκι, λευκά μαλλιά με πλαϊνή χωρίστρα και τσιγάρο στο ένα χέρι. Στο άλλο κρατούσε μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία που απεικόνιζε δύο παιδάκια, ένα αγόρι και ένα κορίτσι να στέκονται μάλλον μπροστά στον φράχτη κάποιου πάρκου. Την κοίταζε με βλέμμα έντονο και μονολογούσε. Κάποιον σου θύμιζε. Έμοιαζε πολύ με τον γείτονά σου ή μήπως όχι. «Με ποιον μοιάζει, με ποιον μοιάζει...» Παραιτήθηκες από την ανεπιτυχή ανάκληση προσώπων και βάλθηκες να εισέλθεις στο μονόλογό του. Αν και άκουγες σχετικά καλά τι έλεγε, ο ειρμός του έμοιαζε να μην έχει αρχή και τέλος. Μιλούσε για τ’ αστέρια, τη Φωτογραφία, τη μητέρα του, τον ίδιο. Μιλούσε για το φως των αστεριών που ταξιδεύει και φτάνει στα μάτια του ως προβολή του παρελθόντος τους, που μπορεί πλέον να μην υπάρχουν κι ας λαμπυρίζουν ζωηρά στο ουράνιο στερέωμα. Μιλούσε για το ίδιο φως που έστελνε το μυστηριώδες κορίτσι της φωτογραφίας, ένα φως που μετέφερε την ύπαρξη του κι ας είχαν περάσει χρόνια πολλά. Κι ας μην υπήρχε πια. Μιλούσε παράξενα για πράγματα απλά. Ή μιλούσε απλά για παράξενα πράγματα.

«Άκου φίλε μου τι σκέφτεται ο καθένας» ψιθύρισες, προσπαθώντας να μην ακουστείς, αν και ένα κομμάτι του εαυτού σου ήθελε να γίνει αντιληπτό.

Όμως ένας ήχος σαν κλάμα που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά σε αποσυντόνισε. Ήταν δύο άντρες, ντυμένοι με μαύρα κοστούμια, που λες κι είχαν αγοραστεί κοψοχρονιά απ’ το παλαιοπωλείο της γειτονιάς. Ο ένας, ο νεότερος, καθόταν σταυροπόδι και έγραφε σε ένα σημειωματάριο. Ο άλλος, γύρω στα 60, με λευκό πυκνό μούσι και ελαφρώς πιο στιλάτο ντύσιμο, ήταν ξαπλωμένος σε έναν καναπέ και έμοιαζε να κλαίει. Ναι, έκλαιγε στ’ αλήθεια καθώς προσπαθούσε να μιλήσει. Παράλογα πράγματα έβγαιναν απ’ τα χείλη του, προτάσεις δίχως νόημα. «Εγώ», «είναι», «υπερεγώ», «πατέρα θέλω να σε βγάλω από μέσα μου» και να το δάκρυ να τρέχει ασταμάτητα. Ο άλλος, δεν έδειχνε να ταράζεται, ούτε να ενοχλείται που τους κοίταζες με απορία. Έγραφε χωρίς να μιλά, έγραφε, έγραφε. Ξαφνικά και χωρίς κάποιον προφανή λόγο, ο μεγάλος σταμάτησε το κλάμα και σηκώθηκε από τον καναπέ. Ταυτόχρονα σηκώθηκε και ο νεότερος και άλλαξαν θέσεις. Αφού ξάπλωσε στον καναπέ και μην προλαβαίνοντας να πει λίγες λέξεις, άρχισε να κλαίει κι αυτός σαν μωρό, καθώς ο μουσάτος κύριος που ήδη καθόταν στην καρέκλα, πήρε το σημειωματάριο και ξεκίνησε να γράφει.

Κάτι δεν πήγαινε καλά σ’ αυτό το μαγαζί. Προσπάθησες να το επιβεβαιώσεις περιφέροντας τη ματιά σου και στα υπόλοιπα τραπέζια. Λίγο πιο πέρα από τους δύο άντρες, σε μια γωνιά, καθόταν ένας λεπτός νεαρός με μακριά μαλλιά και υπερβολικά όμορφο πρόσωπο, ο οποίος κοίταζε έντονα έναν πίνακα τοποθετημένο στην καρέκλα δίπλα του. Ο πίνακας απεικόνιζε έναν άσχημο γέροντα, από αυτούς που αναγκάζουν τα παιδάκια να τρώνε όλο το φαγητό τους. «Είχες δίκιο λόρδε Χένρι...» μονολογούσε ξανά και ξανά, σαν υπνωτισμένος.
«Ο καφές σας, κύριε», ακούστηκε μια φωνή που σε έκανε να πεταχτείς σαν ελατήριο απ’ την τρομάρα. Ο σερβιτόρος με τα λευκά γάντια, είχε και πάλι διακτινιστεί πλάι σου. Η μυρωδιά του καφέ σε καθησύχασε καθώς έφερες το φλιτζάνι στα χείλη.

Τελικά μια φωτογραφία είναι ένα τόσο δα μικροσκοπικό κομμάτι της ψυχής του φωτογράφου ή μια τεκμηρίωση της ύπαρξης του εικονιζόμενου; Ή μήπως και τα δύο; Είναι ένα είδος πορτραίτου του δημιουργού της ή η αντανάκλαση του βαθύτερου εαυτού του θεατή; Είναι η συνειδητή ή ασυνείδητη επιθυμία για τη διαιώνιση της μορφής ή η απλή αναμετάδοση οπτικών ερεθισμάτων με την έννοια της μαρτυρίας; Τι είναι αυτό που παγιδεύεται πάνω στο χαρτί και σε ποιόν τελικά απευθύνεται, ποιόν αφορά;

Ακούμπησες κάτω το βιβλίο που κρατούσες στα χέρια. Είχες ξεχάσει κιόλας το όνομα του φωτογράφου. Θυμόσουν μόνο εκείνη τη φωτογραφία που απεικόνιζε ανθρώπους να πίνουν τον καφέ τους μέσα σε ένα σκοτεινό χώρο, λουσμένοι με απαλό κόκκινο φως. Ξάπλωσες στην πλάτη του καναπέ με τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι. Ωραίο πράγμα να είσαι σπίτι…