Gros Plan

πορτραίτο γυναίκας
· Προβολές // Δημοσίευση: 28 Απρ 2011

φωτογραφικό happening και προβολή ταινίας του Βασίλη Καρκατσέλη

Με στόχο τη γνωστοποίηση και την ενίσχυση της υποψηφιότητας της Θεσσαλονίκης διοργανώνεται μια μεγάλη γιορτή, η οποία θα λάβει χώρα την Παρασκευή 29 Απριλίου στο χώρο της παραλίας γύρω από το Λευκό Πύργο έως και το Άγαλμα Καραμανλή, με δράσεις που ξεκινούν από τις 4 μμ μέχρι αργά το βραδύ.

Στη γιορτή θα συμμετέχουν φορείς νεολαίας, δημιουργικές ομάδες της πόλης, μεμονωμένοι καλλιτέχνες, μη κυβερνητικές οργανώσεις, σύλλογοι, σχολεία και εκπαιδευτικοί οργανισμοί. Ενδεικτικά οι δράσεις αφορούν τον κινηματογράφο, το βίντεο, τον αθλητισμό [με πίστες bmx και skate], το χορό, το θέατρο δρόμου, τις εικαστικές τέχνες, το design, την τέχνη του graffiti, το θέατρο δρόμου, αλλά περιλαμβάνονται και δράσεις που απευθύνονται σε παιδιά. Φυσικά, από αυτές τις δράσεις, θα ήταν αδύνατον να απουσιάζει η φωτογραφία, με εκθέσεις, προβολές έργου ομάδων, διαδραστικά happening,  και λοιπές εκπλήξεις.

Στον χώρο του Πολιτιστικού κέντρου «Αλέξανδρος»,  θα προβληθεί η ταινία του Βασίλη Καρκατσέλη, Gros Plan, στα πλαίσια ενός γενικότερου happening του καλλιτέχνη.

Υπεύθυνες επικοινωνίας και συντονισμού οι: Αριστοτελίδου Φωτεινή και Τσιρογιάννη Καρολίνα.

Για περισσότερες πληροφορίες:
Καρκατσέλης Βασίλης, τηλ 6942 860 890

Για πληροφορίες του υπολοίπου προγράμματος:
W: www.thessaloniki2014.eu | E: info@thessaloniki2014.eu

Ελάχιστα θεωρητικά ή κατατοπιστικά.

Για τη δράση
Θα προβληθεί η νέα ταινία του Βασίλη Καρκατσέλη καμωμένη από 1810 πορτρέτα των ανθρώπων της φωτογραφίας και των εικαστικών, άρρηκτα δεμένων με τη ζωή και τη δράση του. Ανώνυμοι και επώνυμοι του διαλόγου πέριξ της τέχνης του φωτογράφου.
Η προβολή γίνεται σε οποιαδήποτε επιφάνεια, γιατί όχι αργά το βράδυ και στον τοίχο του Λευκού Πύργου. Κρατάει με λούπα όση ώρα είμαστε εκεί και ο παρόν καλλιτέχνης συνεχίζει το έργο του επ αυτής. Φωτογραφίζει επί τόπου τους παρευρισκόμενους ή τους περαστικούς, με πρόθεση να προστεθεί το πορτρέτο τους στην ταινία για μία κατοπινή χρήση ή παρουσία της.

Για το έργο
Το έργο, που στηρίζεται σε μία πρόταση / ιδέα του Γιάννη Σγούρου, καρπός φωτογραφικής εργασίας των πέντε τελευταίων ετών, αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης εργασίας του καλλιτέχνη με τίτλο Ούκ αν ενβέεις δις εις τον αυτόν ποταμόν – Πορτρέτα του Χρόνου. Η 294 λεπτών ταινία (πλάγιο φορμά κινηματογραφικής ταινίας) επιτρέπει στο θεατή να κοιτάξει κατάματα για ένα σύντομο χρονικό διάστημα τους φωτογραφούμενους και δίχως να παρασύρεται από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της εικόνας που τα περιέχουν / αναδεικνύουν, αν θέλει να γνωρίσει στοιχεία που μόνο μία τέτοια προσέγγιση μπορεί να αναδείξει. Τα μάτια και ο μη χώρος τον οποίο αυτά ορίζουν, παρά τη σιωπή τους, μαρτυρούν την ανεκτίμητη φύση τους με έναν ιδιαίτερο τρόπο.
Η αρχιτεκτονική των εικόνων δείχνει τυχαία, εκτός κάποιου δεδομένου στιλιστικού ύφους, έξω από τάσεις ή φρεσκομοδίτικα εφέ. Το ίδιο και η ακολουθία των εικόνων. Χαοτική, αλλά σε ρυθμό αναπνοής ξεκούραστου πεζοπόρου.

Για τις εικόνες (τα επιμέρους στοιχεία της ταινίας)
Οι φωτογραφίες/εικόνες, ευγενή ίχνη κάποιων σημερινών αγίων, παρά τη σιωπή τους, παρέχουν όλα όσα θα ήθελε να βρει αυτός που θα ψάξει εντός τους. Παρά τον ανεξάντλητο πλούτο (άψογες συνθέσεις και λήψεις) που κομίζουν εντός τους (οι εικόνες), διατυμπανίζουν τη σεμνότητά τους ως άυλες (μη αντικείμενα) καθώς ιδέες. Παραμένουν διακριτικά στο περιθώριο του χρόνου/χώρου. Παρά το γεγονός ότι το σύνολο της προβολής τους λειτουργεί καθ όλη τη διάρκεια της παρουσίας μας στο χώρο, σαν ένα φωτεινό πλαίσιο μεγάλων διαστάσεων χωρίς τον ήχο τηλεοπτικού παραθύρου, η επιβολή της παρουσίας (και της ίδιας της προβολής και των συστατικών της) αυτοαναιρείται. Ταπεινές όσον αφορά τη θνητότητά τους (αφού έρχονται και παρέρχονται ασταμάτητα), παραμένουν στη ροή τους ζωντανές, όσον αφορά το χρόνο που έρχονται και φεύγουν, το χρόνο που υπάρχουν και λειτουργούν σε αυτόν τον κόσμο.

Για τη φόρμα του κοντινού πλάνου
Τα κοντινά πλάνα (πλάνα που αποσπούν τον άνθρωπο από το οικείο περιβάλλον) προκύπτουν από μία ιδιαίτερη σχέση μοντέλου και φωτογράφου, μία ξεχωριστή οικειότητα, τέτοια  που να επιτρέπει στον δεύτερο να πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής τον πρώτο. Οι δυο τους συνεργάζονται, (έστω και προσωρινά για τις ανάγκες της φωτογράφησης), ακόμη και αν δεχθούμε πως συναντούνται, σε αυτήν την κοινή πορεία, ο καθένας στη μοναξιά του. Ο πρώτος ποζάροντας συνειδητά για το project και ανοίγοντας (έστω και για λίγο) την ψυχή του, ο δεύτερος ψάχνοντας την ξεχωριστή για αυτή (την ψυχή) στιγμή, στο κατάλληλο φως. Η έκφραση του προσώπου είναι μία σαφής ένδειξη της προσωπικότητας του θέματος και τα μάτια ο καθρέφτης της.
Αυτή η ελάχιστη απόσταση λήψης των φωτογραφιών επιλέγεται για να κάνει δυνατή την ανάγνωση όλων των ιδιαιτεροτήτων και λεπτομερειών του μοντέλου. Οι αποκαλυπτικές εκφράσεις για τα παρασκήνια της κάθε προσωπικότητας, δεν ξεχωρίζουν από μία μέτρια ή κανονική θεώρηση των πραγμάτων. Δεν διαβάζονται με μακρινά ή γενικά πλάνα. Το φόντο εισάγει νέες πληροφορίες στο πρόσωπο, πληροφορίες που έχουν τη δική τους βαρύτητα και ως εκ τούτου γίνονται αυτές το σημαντικό στοιχείο της σύνθεσης. Το Γκρο Πλαν, έτσι, είναι κάτι σαν αυτοσκοπός για την παρουσία στο έργο μη άμεσα ορατών, και παρ όλα αυτά υπαρκτών εξωτερικών/εσωτερικών πληροφοριών. Είναι το εργαλείο με το οποίο δεν θα χαθούν οι ατομικές πληροφορίες. Όταν τίποτε δεν τις εξουδετερώνει, αν δεν χαθούν στον ορυμαγδό του γενικού δεν έχει λόγο να μην μας τις αποκαλύψει το μοντέλο.
Στο κοντά και το μέσα τα πολλά και μακρινά περιττεύουν. Η ελαχιστοποίηση του περιβάλλοντος κοινωνικού χώρου υποδηλώνει, ίσως, το ότι αυτά τα μάτια μπορεί να είναι ο κόσμος όλος; Το όλον σαν ελάχιστο και το ελάχιστο ως όλον. Άτοπος τόπος σε όποιον τόπο. Έτσι και αλλιώς, ο χώρος στον οποίο παρουσιάζουμε τα έργα μας, μήπως και αυτός δεν είναι ένας εκτός τόπου τόπος;

Για τη φωτογράφηση
Με ευγνωμοσύνη, συμπάθεια και ευαισθησία, ο φωτογράφος, με αυτόν τον πέριξ του μοντέλου χορό, στην προσπάθεια εξεύρεσης της κατάλληλης ακτίνας φωτός, μετατρέπεται σε έναν αντισυμβατικό καθρέφτη. Οι θερμοκρασίες χρώματος, οπωσδήποτε δεδομένες στις συνθήκες της κάθε φωτογράφησης, καθόλου τυχαία, περιλαμβάνουν ή μήπως αναδεικνύουν στοιχεία του εσωτερικού κόσμου του μοντέλου.

Για την προβολή σε επιφάνεια
Η προβολή άυλων εικόνων φωτός είναι φως επάνω σε κάτι. Φως εκ φωτός. Το φωτογραφημένο φως, αυτό που έλαμψε, φωτογραφήθηκε στο απειροελάχιστο του χρόνου και, εξίσου απειροελάχιστα, φωτίζει έναν καινούργιο χώρο, ίσως για να φωτογραφηθεί ξανά. Για να παράγει με μία νέα επί τόπου δράση νέα έργα, νέο αέναο φως. Το άπιαστο για κάτι επίσης άπιαστο. Η εικόνα του πραγματικού (είναι σίγουρο ότι το πρόσωπο που φωτογραφήθηκε βρέθηκε μπροστά από το φακό κάποια στιγμή) που σχεδόν ουδέποτε υπήρξε έτσι όπως μας παρουσιάζεται από τη χρήση του συγκεκριμένου μέσου/εργαλείου, σε προβολή, που δίνει κάτι όχι χειροπιαστό, όπως πχ μία τυπωμένη εικόνα, ένα κάδρο στον τοίχο.
Η φωτογραφία αυτή στην προβολή της δεν είναι διακόσμηση, δεν αποτελεί ανάμνηση, δεν περιλαμβάνει αξιώσεις ντοκουμέντου.
Κανείς θεατής, όσο και αν το θελήσει, δεν θα καταφέρει να δει το σύνολο του αέναα επαναλαμβανόμενου έργου, όπως και στη ζωή δε θα μπορέσει να γνωρίσει ποτέ όλους τους δίπλα του διαβιούντες συνανθρώπους. Η τέχνη θα είναι πάντα εδώ για να μας θυμίζει, εκτός των άλλων, και την ανάγκη προσήλωσης στο τυχαίο παροδικό απόσπασμα, για την εκτίμηση της στιγμής που περνά και χάνεται, είτε τη στιγμή της φωτογράφησης, είτε τη στιγμή της προβολής, είτε . . .

Η πιθανή προβολή στο πάτωμα, σε πλάκες πεζοδρομίου, σε τοίχο με δένδρα και περαστικούς, σε κουρτίνες ή πανιά, σε τζαμαρία ή άλλα ημιδιαφανή υλικά δεν επιτρέπει μόνον την εντός τους διάβαση, δεν ξαναδίνει απλώς όγκο στις δύο διαστάσεις, δεν προσθέτει απλώς διαύγεια. Καθώς προσφέρει μία νέα χωρική και σωματική εμπειρία, δίνει άλλη διάσταση και αυτονομία στην προβολή αυτού του είδους και ταυτόχρονα, υποσκάπτει όλα τα παραπάνω περί επιλογής κάδρου, περί εσωτερικού κόσμου, περί άυλου έργου και μη πραγματικής σταθερής εικόνας. Φυσικά, το ερώτημα για το εάν ένα έργο τέχνης υπάρχει αν δεν το δουν και κοινωνήσουν μαζί του, καθώς και το πόσο υλική μπορεί να είναι μία προβολή εκτός οθόνης, τρισδιάστατη και εκτός θεσμοθετημένων χώρων, παραμένει.

Το ίδιο παραμένει ανοικτό και το ερώτημα από τι συνίσταται η πραγματικότητα, το τι μπορεί να  είναι πραγματικό για τον καθένα μας, το τι θα προλάβουμε να βιώσουμε από όλα τα τριγύρω. Ο καθένας μας είναι σημαντικός για τους δικούς του ανθρώπους, και ταυτόχρονα ανύπαρκτος για τους υπόλοιπους μακριά του.

Η εμπειρία του άχρονου φωτογραφικού χρόνου, παντελώς ελεύθερη στις συμβάσεις της σκηνοθετημένης πόζας, αδιαφορεί για την έννοια της ταυτότητας. Και είναι αυτή η αδιαφορία που αποκαλύπτει τη δυναμική του φωτογραφικού μέσου.

Θα μπορούσε άλλο μέσον πέραν του φωτογραφικού, να λειτουργήσει με αυτόν τον τρόπο;